Από το ολοήμερο σχολείο μέχρι το summer camp, ο δρόμος της συνεχούς επιμόρφωσης των παιδιών είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, αλλά απανωτά λάθη για την ψυχολογία τους.

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Με το κλείσιμο των σχολείων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σημαίνει συναγερμός. Πανικόβλητοι ή αγχωμένοι γονείς αναζητούν πληροφορίες για το καλύτερο summer camp δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών τους. Και εκεί όπου ερημώνουν οι σχολικές αίθουσες, ανοίγει την πόρτα του ένα ανεπίσημο σχολείο. Αυτό του summer camp.

Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς να πάρει κανείς ανάσα, το παιδί δένεται με νέες υποχρεώσεις, την περίοδο μάλιστα που πρέπει να το αφήσουμε να αποσυμπιεστεί, να χαρεί, να παίξει, ακόμα και να βαρεθεί.

Σε συνέχεια του… μαραθωνίου γνώσης και απασχόλησης στον οποίον υποβάλλονται τα παιδιά το χειμώνα, τα summer camps παίρνουν τη σκυτάλη να κάνουν ακριβώς το ίδιο με ένα πιο… ελκυστικό πειρτύλιγμα. Η ξεγνοιασιά και το ανάλαφρο σκηνικό αποτελούν ερμηνεία των γονιών. Η δομή των προγραμμάτων στις περισσότερες περιπτώσεις έχει κοπιάρει το σχολείο και αποδεικνύεται το ίδιο κουραστική για τα παιδιά. Ένας ενήλικας “παντογνώστης” που δίνει εντολές. Ασυνείδητα γίνεται υποτίμηση της προσπάθειας που κατέβαλε το παιδί να μάθει όλον το χρόνο. Χρειάζεται και άλλες γνώσεις, περαιτέρω ενίσχυση. Και ενώ παλιότερα μαθήματα το καλοκαίρι έκαναν μόνο οι πιο “αδύνατοι” μαθητές, τώρα κάνουν οι δυνατοί. Αν θέλουν να παραμείνουν δυνατοί.

Από παιδότοπους μέχρι ΚΔΑΠ και από μουσεία μέχρι καλλιτεχνικά εργαστήρια και δήμους, όλοι πλέον έχουν να σου προσφέρουν ένα δελεαστικό πρόγραμμα θερινής απασχόλησης για το παιδί. Είναι όλοι όμως οι “παιδαγωγοί” παιδαγωγικά καταρτισμένοι; Γυμναστές, απλοί εμψυχωτές με… καλλιτεχνική φλέβα, ζωγράφοι αναλαμβάνουν την απασχόληση των παιδιών χωρίς πιστοποιημένη παιδαγωγική επάρκεια και χωρίς να διαθέτουν πάντα την κατάρτιση και τις απαιτούμενες γνώσεις.

Το σκηνικό σαφώς αποτελεί τον ελκυστικό παράγοντα της υπόθεσης. Το παιδί συνήθως δεν βρίσκεται στο τυποποιημένο περιβάλλον μιας σχολικής αίθουσας, αλλά εκτίθεται στα φυσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η επικοινωνία και η συνεργασία με τα άλλα παιδιά δίνουν πλεονέκτημα στην επιλογή ενός summer camp, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το παιδί δεν έχει αδέλφια ή άλλη καλοκαιρινή παρέα.

Κοιτώντας, όμως, λίγο βαθύτερα στο ζήτημα των summer camps, δύο είναι οι λόγοι που τα τελευταία δύο χρόνια τα προγράμματα αυτά ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, πολλές φορές μάλιστα και με τις ευλογίες των δήμων.

Από τη μια είναι η εμμονή των γονιών για τέλεια παιδιά. Η επιμονή στην αέναη παροχή πληροφοριών και στην χωρίς όριο καλλιέργεια δεξιοτήτων στα παιδιά τους. Το να βαρεθεί ένα παιδί μέσα στο σπίτι θεωρείται ανεπίτρεπτο. Πάντα πρέπει να γεμίζει γόνιμα τα χρόνο του. Να κερδίζει, να επωφελείται. Ούτε συζήτηση για τεμπελιά. Περνάμε το μήνυμα στα παιδιά μας πως πρέπει να είναι μια απόλυτα κουρδισμένη και… παντός καιρού μηχανή, έτοιμη για ακούραστη και αδιαμαρτύρητη παραγωγή. Με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα κίνητρα των γονιών δεν είναι πάντα τόσο… αγαθά. Πίσω από την τίμια θέλησή τους να δώσουν το “κάτι παραπάνω” συχνά κρύβεται η ανασφάλειά τους για το ποιος θα κρατήσει το παιδί ενώ εκείνοι δουλεύουν. Την κατάσταση έχουν επιδεινώσει τα εξαντλητικά ωράρια απασχόλησης, σε συνδυασμό με την… απόσυρση έμπιστων οικογενειακών προσώπων που θα αναλάβουν τη φύλαξη των παιδιών μέχρι τη θερινή άδεια των γονιών. Στα περισσότερα camps γίνεται απλή φύλαξη μέχρι να σχολάσουν οι γονείς. Δεν προάγεται κανένα πνεύμα ανεξαρτησίας και αυτοσυντήρησης και αυτή είναι η σημαντική διαφορά που έχουν αυτά τα νέου τύπου summer camps από τις παραδοσιακές μορφές της κατασκήνωσης. Στις παραδοσιακές μορφές κατασκήνωσεις το παιδί απομακρυνόταν εξολοκλήρου από το οικογενειακό περιβάλλον, σε μια περιπέτεια να βρει τον εαυτό του και να τα καταφέρει μόνο του.