Τα ελληνικά ορεινά χωριά δεν μπόρεσαν να “σηκώσουν κεφάλι” παρά τη μεγάλη απορρόφηση των κοινοτικών επιχειρηματικών προγραμμάτων που παρουσιάστηκε την τελευταία τριετία. Και εκεί όπου κάτι πήγε να αλλάξει, ενεργοποιήθηκε ο κρατικός μηχανισμός και αναχαίτισε κάθε καλοπροαίρετη προσπάθεια.

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Ο μαρασμός της ελληνικής υπαίθρου είναι διαπιστωμένο γεγονός.

Επιβεβαιωτική σε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα ήταν, άλλωστε, η απογραφή του 2011, όταν από τους 10.816.286 απογραφέντες οι μισοί δήλωσαν ότι κατοικούν στα αστικά κέντρα Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Τα νούμερα φυσικά είναι πλασματικά, γιατί οι αριθμοί εμπεριέχουν δύο κατηγορίες απογραφέντων που ουσιαστικά δεν αποτελούν δυναμικό πληθυσμό της περιοχής. Από τη μια είναι αυτοί που απογράφηκαν στο χωριό τους αν και δεν διαβιούν εκεί στην πραγματικότητα, καθαρά για συναισθηματικούς λόγους. Από την άλλη, εκείνοι που δήλωσαν “παρών” χωρίς να εργάζονται ή να μένουν εκεί, μόνο για να πάρει η περιοχή μεγαλύτερο κομμάτι από τις κρατικές ή κοινοτικές ενισχύσεις, αφού τα πληθυσμιακά κριτήρια παίζουν σημαντικό ρόλο.

Τι απέμεινε, λοιπόν, για το θεωρητικά άλλο μισό του πληθυσμού που κατοικεί μόνιμα στην ελληνική ύπαιθρο; Η διαβίωση σε ένα ερημωμένο αγροτικό σκηνικό και η εκκωφαντική αδιαφορία Κεντρικής Διοίκησης και τοπικών αρχών. Το πρόβλημα του αποκλεισμού και των δυνατοτήτων ανάπτυξης είναι εντονότερο στους ορεινούς οικισμούς. Από το 1990 και μετά, λίγες ήταν οι δημοτικές αρχές που βάρεσαν το χέρι στο τραπέζι και κατόρθωσαν όχι μόνο να μην παρακμάσουν οι περιφέρειές τους, αλλά και να αναπτυχθούν. Οι περισσότεροι έβαλαν τη διοίκηση στον… αυτόματο πιλότο και έμειναν απλοί παρατηρητές στη συνεχή πληθυσμιακή διαρροή των νέων προς την πόλη.

Οι συνενωμένες κοινότητες κατελείφθησαν στα… δόντια του χρόνου και μπλέχτηκαν μέσα στη γραφειοκρατία. Αιτήσεις και αριθμοί πρωτοκόλλου για να επιλυθούν ζητήματα άμεσης ανάγκης και εξαιρετικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του χωριού. Το σχέδιο Καλλικράτης απέτυχε, μιας και το μόνο που κατάφερε είναι να καταστήσει τους πρώην κοινοτάρχες σε απλούς διοκητικούς διεκπεραιωτές, με αξίωμα κενό ουσιαστικού ρόλου. “Τα παράπονα… στον δήμαρχο”, λοιπόν. Και έτσι χάσκουν οι πεσμένες παζούλες, πληθαίνουν οι λακούβες στα οδοστρώματα, καταρρέουν παλιά κτίσματα χωρίς να νοιάζεται κανείς για τη δημόσια ασφάλεια, ξερά πλατάνια μάταια περιμένουν το δημοτικό αλυσοπρίονο να τα κόψει. Η ιδιωτική πρωτοβουλία και οι καλές προθέσεις δεν αρκούν πλέον για να αναστρέψουν οριστικά την κατάσταση. Ο ιδιώτης για να επενδύσει πρέπει να πειστεί για την κερδοφορία αλλά και ότι υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές που θα την υποστηρίξουν. Πώς να επενδύσει κάποιος όταν σε έναν ορεινό οικισμό δεν υπάρχει καν το στοιχειώδες οδικό δίκτυο πρόσβασης;

Κάποιοι, εντούτοις, το τόλμησαν. Με φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα, κτηνοτροφικά κέντρα, συνεταιρισμούς, μικρές αγροτουριστικές μονάδες και καταλύματα διαμονής. Αξιοποιώντας κοινοτικά επιχειρησιακά προγράμματα κάποιοι προσπάθησαν να φέρουν έναν άλλον αέρα. Είτε η πρόθεσή τους ήταν ανιδιοτελής είτε εξανεμίστηκε με την εκταμίευση της τελευταίας δόσης της επιχορήγησης. Με 25% απορροφησιμότητα στα κονδύλια των ΕΣΠΑ και την Ελλάδα στην πρώτη θέση σε αυτό, θα περίμενε κανείς πολλά περισσότερα θετικά αποτελέσματα για την ελληνική ύπαιθρο.

Κρατική αδιαφορία, ανεπαρκείς δημοτικοί άρχοντες, απουσία δυνατοτήτων πραγματικής ανάπτυξης, όποια και αν είναι η αιτία, ο παρονομαστής παραμένει κοινός. Ο μόνιμος κάτοικος της υπαίθρου νιώθει αβοήθητος.