Η μακροχρόνια έκθεση ή η παρατεταμένη προβολή οδυνηρών καταστάσεων μπορεί να τραυματίσει ανεπανόρθωτα την ψυχολογία αλλά και τη σωματική υγεία μας. Το μετατραυματικό στρες (PTSD) είναι μια διαταραχή που, ακόμα και όταν δεν αφορά σε επιβεβαιωμένα προσωπικά βιώματα, νιώθυμε πολλές φορές να μας διαλύει.

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Η “επιδημία” του PTSD οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν γύρω μας και μας γεμίζουν με φοβίες, αγωνία και αβεβαιότητα για το μέλλον. Ακόμα και αν δεν έχουμε βιώσει εμείς οι ίδιοι κάποιο τραυματικό γεγονός ή δεν αφορά στον άμεσο κοινωνικό-οικογενειακό μας κύκλο, η έκθεση σε αυτό μπορεί να επιβαρύνει υπέρμετρα την ψυχολογία μας και να μας καθηλώσει.

Σύμφωνα με το διαγνωστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας DSM-5 δυνητικά μετατραυματικό στρες μπορούμε να εκδηλώσουμε όλοι μας σε κάποια χρονική στιγμή, εφόσον ευδοκιμήσουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Είτε κάποιος έχει βιώσει προσωπικά μια βίαιη, τυχαία και αιφνίδια ψυχική τραυματική εμπειρία είτε έγινε κοινωνός ειδεχθών λεπτομερειών της με άλλον τρόπο, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να συνδεθεί με το γεγονός. Μια σύνδεση που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ταύτιση με το θύμα, υποκατάσταση και εμμονική ψύχωση.

Πολύ πρόσφατα η φονική πυρκαγιά στο Μάτι αποτέλεσε για πολλούς ανθρώπους ένα τέτοιο ψυχογενές περιστατικό. Είτε υπέστησαν οι ίδιοι απώλειες είτε έγιναν αποδέκτες ενός υπερβολικού όγκου πληροφοριών, υπάρχει η πιθανότητα ένα τέτοιο γεγονός να μας προκαλέσει υπερένταση, φόβο και αγωνία που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε ή να εκλογικεύσουμε. Σύμφωνα με το Hellenic Journal of Nursing, οι κυριότερες εμπειρίες που πυροδοτούν τέτοια αρνητικά συναισθήματα είναι ο πόλεμος, οι σεισμοί, οι κατολισθήσεις, οι πυρκαγιές, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τα ατυχήματα (κυρίως τα τροχαία), οι βίαιες τρομοκρατικές επιθέσεις (όπως π.χ. αυτή μετά τους Διδύμους Πύργους), οι απαγωγές, η φυσική κακοποίηση (της οικιακής βίας συμπεριλαμβανομένης), αλλά και οι σοβαρές ασθένειες.

Είτε έχουν προσωπική προέλευση είτε κοινωνική, όλα αυτά τα ψυχικά τραύματα ενισχύονται από την έντονη και επαναλαμβανόμενη προβολή των καταστάσεων που τα προκάλεσαν. Μέσω αυτής το άτομο νιώθει πως αναβιώνει την ψυχογενή κατάσταση και πως βρίσκεται πάλι σε απειλή. Είναι μάλιστα πολύ συχνή η αναβίωση του τραύματος από τυχαίο αλλά όμοιο ερέθισμα (π.χ. το άκουσμα μιας σειρήνας, ένα τραγούδι που περιέχει μια έντονα συνδεδεμένη με το γεγονός λέξη). Σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ο διαρκής κίνδυνος επανατραυματισμού του ατόμου.

Παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη της διαταραχής αποτελούν το ιστορικό ψυχικής αστάθειας (υποχονδρίαση, κατάθλιψη, ψυχώσεις), το επίπεδο ανοχής στα ψυχικά τραύματα που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά και η συναισθηματική ή ηλικιακή ανωριμότητα.

Το άτομο που υποφέρει από PTSD νιώθει παγιδευμένο, ανίκανο να αντιδράσει και να ελέγξει τα συναισθήματά του. Αυτοπαγιδεύεται μέσα στην ψευδαίσθηση πως είναι ανήμπορο και τον καθηλώνει η σκέψη πως η δυσάρεστη κατάληξη είναι μοιραία και αναπόφευκτη. Ο καθηλωτικός αυτός τρομος επιφέρει κρίσεις πανικού, καταστροφολογία αλλά και εμμονική ενασχόληση με το θέμα. Σε ακραίες περιπτώσεις ο ασθενής νιώθει πως βρίσκεται υπό συνεχή και ανεξέλεγκτη απειλή, γι’ αυτό επιλέγει την κοινωνική απόσυρση ως μέσο προφύλαξης. Οι ψυχικές αυτές αντιδράσεις συχνά “σωματοποιούνται”, με τον ασθενή να εκδηλώνει ανορεξία, αϋπνίες, εθισμό στο αλκόολ και σε άλλες ουσίες, πονοκεφάλους, ταχυκαρδία, αλλά και στομαχικές διαταραχές.

Σε κοινωνικό επίπεδο το άτομο που βιώνει μια τέτοια συναισθηματική αστάθεια, είναι εργασιακό αναποτελεσματικό, ενώ ενδέχεται να υιοθετήσει επιθετικές συμπεριφορές (εκρήξεις θυμού, βία) που μπορεί να στρέφονται και κατά του εαυτού του. Η διάκριση του μετατραυματικού στρες και της μανιοκατάθλιψης, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι πολύ οριακή.

Τα καλά νέα είναι πως το μετατραυματικό στρες μπορεί να αντιμετωπιστεί, αν και η διαδικασία είναι πολυκύμαντη και μακροχρόνια. Η καταλληλότερη παρέμβαση γίνεται με την ψυχοθεραπεία, την ψυχοδυναμική θεραπεία, την υπνοθεραπεία αλλά και τη λογοθεραπεία. Σε μερικές περιπτώσεις, δεν αποκλείεται να συνταγογραφηθούν αντικαταθλιπτικά ή αγχολυτικά φάρμακα. Σκοπός όλων των θεραπειών είναι να συμφιλιωθεί το άτομο με το τραυματικό γεγονός, να το αποδεχθεί και να του δοθεί ο χρόνος να θρηνήσει για όσα έχασε. Με αυτόν τον τρόπο θα εκτιμήσει σωστά το μέγεθος των απωλειών αλλά και θα βάλει τις νέες βάσεις για να διατηρήσει όσα ακόμα υπάρχουν.