Η φονική πυρκαγιά στο Μάτι έφερε στο προσκήνιο τις “αμαρτίες” της ανθρώπινης απερισκεψίας. Όσο μετράς νεκρούς και ψάχνεις για αγνοούμενους, δεν μπορεί παρά στο μαύρο χώμα που ακόμα αχνίζει, να δεις τον εαυτό σου. Την οικογένειά σου. Και να ανατριχιάσεις. Πόσο ακριβά πρέπει τελικά να πληρώσουμε το αντίτιμο για να γίνουμε, επιτέλους, σοφότεροι;

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Ήταν ένα από τα πιο καταθλιπτικά καλοκαίρια των τελευταίων ετών. Αμφιλεγόμενη καλοκαιρία, μανιώδεις βροχοπτώσεις-πλημμύρες και το σκηνικό ενός μόνιμα διπολικού ουρανού. Η φονική λαίλαπα της ανατολικής Αττικής, σε Μάτι, Νέο Βουτζά και Ραφήνα, ήρθε να συμπληρώσει τραγικά το καρέ.

Πολλά έχουν γραφτεί, έχουν ειπωθεί, πολλοί έκλαψαν, λίγοι όμως θυμούνται. Στο Μάτι δεν έκλεισαν την πρόσβαση στην παραλία πάμπλουτοι μεγιστάνες. Δεν έδωσαν άδειες για δόμηση σε κτίσματα που μπάζωσαν τη μισή ακτή “ξένοι δάκτυλοι”. Δεν παραθέριζαν πολυεκατομμυριούχοι. Ήταν ο οικισμός με το εξοχικό του “παππού και της γιαγιάς”, το μέρος για μια γρήγορη βουτιά με την οικογένεια, ακόμα και μετά από το γραφείο. Πόσο θλιβερό αυτό το “ήταν”.

Τα ερωτήματα για το αν η τοπική αυτοδιοίκηση γνώριζε ή μπορούσε να προβλέψει πόσο “εύφλεκτη” ήταν η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής τα τελευταία χρόνια, αυτή τη στιγμή περιττεύουν. Αλλά κάποτε πρέπει να απαντηθούν. Ένοχο δεν είναι μόνο το χέρι αυτού που βάζει το στουπί, αλλά και το χέρι αυτού που εκδίδει μια οικοδομική άδεια ή κάνει τα στραβά μάτια σε μια πολεοδομική παράβαση. Και αν κάποτε η περιοχή είχε δεκάδες δρομάκια που οδηγούσαν στη θάλασσα, τώρα είχε μονάχα ατελείωτες ιδιωτικές περιφράξεις που εμπόδιζαν αυθαίρετα την πρόσβαση σε αυτή. Την πρόσβαση στη σωτηρία, όπως αποδείχτηκε.

Η ατιμωρησία σε όλο της το μεγαλείο. Καλά τα περιγράφουν τα 264 και 265 του Π.Κ. Καλύτερα θα ήταν, όμως, να είχαν κάποτε σε αυτή τη χώρα πραγματική ισχύ αυτές οι κενές νοήματος και εφαρμογής διατάξεις. Δεν γίνεται πάντα σε αυτόν τον τόπο να μας φταίει ο κακός (μας) καιρός. Λες και τους ψυχομανείς εμπρηστές και τους οικοπεδοφάγους τούς αγαπά αυτή η χώρα. Λες και πιστεύουμε πως αυτή, η τόσο ταλαιπωρημένη από τα χέρια μας, γη διαθέτει από μόνη της ένα αυτόματο σύστημα που ξαναβγάζει ανεξάντλητα παρθένα οικοσυστήματα. Και έτσι χτίσαμε, ποδοπατήσαμε και εφησυχάσαμε. Μέχρι που είδαμε τις φλόγες και στο δικό μας σπίτι.

Το 2007 όλοι σταύρωναν τα δάχτυλά τους να μην ξαναβρεί τη χώρα παρόμοιο κακό. Οι δεκάδες νεκροί από τα ολοκαυτώματα σε Πελοπόννησο και αλλού απαιτούσαν από εμάς τουλάχιστον να μάθουμε από τα λάθη μας. Να μάθουμε για τις ζώνες πυροπροστασίας, για τις προληπτικές περιπολίες της Δασοφυλακής, για την ανάγκη για πρόσληψη νέων πυροσβεστών, την αγορά νέων Canadair. Αλλά κυρίως να μάθουμε να προστατεύουμε το δάσος γιατί χωρίς αυτό απλώς δεν υπάρχουμε.

Κάποια στιγμή θα βρούμε το θάρρος και τη δύναμη να τα κρίνουμε όλα αυτά με απόσταση. Αν κοιτούσαμε ποτέ λιγάκι πέρα από τη μύτη μας, ίσως τότε να βλέπαμε τη μεγαλύτερη εικόνα. Αυτό το παραμύθι δεν μπορεί να έχει πάντα καλό τέλος. Όχι τουλάχιστον όταν δεν κάνεις τίποτα να τιμωρήσεις τον “κακό λύκο” αλλά και να κάνεις (αυτο)κριτική στην απέραντα ανόητη “Κοκκινοσκουφίτσα” του.