Ένας ξενοδόχος ή ένας εστιάτορας που δεν εκτιμά τον φιλοξενούμενό του, αλλά μόνο το ζεστό χρήμα, δεν έχει καμιά θέση στον τουρισμό. Να θυμόμαστε όλοι πως ακόμα και ένα μικρό ζιζάνιο μπορεί να χαλάσει ολόκληρη την καλή σοδειά. Και η χώρα μας δεν έχει περιθώρια για πειραματισμούς (και) σε αυτόν τον τομέα.

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Εμείς οι Έλληνες μεγαλώνουμε με ένα ασυγχώρητο κλισέ. Αυτό του ότι ζούμε “στην ωραιότερη χώρα του κόσμου”. Πιστεύουμε πως πάντα η μιζέρια και η κουτοπονηριά μας θα… ξεπλένονται στα δαντελωτά μας ακρογιάλια. Πως για την κακογουστιά και την έπαρσή μας θα παίρνουμε πάντα συγχωροχάρτι από τον αστραφτερό μας ήλιο. Βυθιζόμαστε σε μια παραζάλη πως για τα καλοκαίρια μας οι ξένοι τουρίστες μάς οφείλουν εις τον αιώνα τον άπαντα ένα μεγάλο “ευχαριστώ”.

Σε μια χώρα που παιανίζει με κάθε ευκαιρία πως ο τουρισμός της είναι η βαριά της βιομηχανία, περιμένεις πως τουλάχιστον όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με τον τουρισμό θα έχουν προχωρήσει τις σκέψεις και τις πρακτικές τους λιγάκι παραπέρα. Υπάρχουν ακόμη κάποιοι που πιστεύουν πως το προϊόν Greek Summer πουλάει από μόνο του και πως αυτοί δεν χρειάζεται να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους. Η φτωχή και ανέμπνευστη φετινή καμπάνια του Υπουργείου Πολιτισμού κινείται λίγο έως πολύ σε αυτή τη λογική, αλλά ένας Αντετοκούμπο δεν αρκεί για να φέρει το… καλοκαίρι. Χρειάζονται να γίνουν πολλά σε πρακτικό επίπεδο για να αποτιναχτούν η μιζέρια και η λογική του Έλληνα μπακαλόγατου.

Ο κακός επαγγελματίας, δυστυχώς, δεν έχει εκλείψει από τον τουρισμό. Παρόλο που οι περισσότεροι πασχίζουν τίμια για το… δύσκολο ψωμί της επιβίωσης, υπάρχουν και εκείνοι οι λίγοι που προσγειώθηκαν… στον τουρισμό σαν από άλλον πλανήτη. Εκμεταλλευόμενοι και ξεκοκκαλίζοντας κοινοτικά προγράμματα, νέας κοπής “επιχειρηματίες”, με λουστραρισμένους “τίτλους” και πολλή όρεξη για… εύκολο κέρδος, προσπαθούν χωρίς κόπο να πάρουν κάτι από το μεγάλο τραπέζι που στήνεται στις πλάτες του ελληνικού τουρισμού.

Καλοκαιρινές διακοπές σε αναπτυσσόμενη παραθαλάσσια περιοχή. Ιδιοκτήτης παραθαλάσσιας επιχείρησης που λειτουργεί με λογική “λίγο από όλα” (λίγο εστιατόριο, λίγο καφετέρια, λίγο μπιτσόμπαρο, λίγο ξενώνας) υποδέχεται τους φιλοξενουμένους του, αυτούς δηλαδή που δυνητικά θα αφήσουν λεφτά σε καθένα από αυτά τα “λίγο” του, μιας και η περιοχή δεν έχει σοβαρό ανταγωνισμό ακόμα) με αδιαφορία και παθητικότητα. Ξερό σαν παξιμάδι “καλώς ήρθατε”, ίχνος ευγένειας και προσφοράς για βοήθεια στη μεταφορά των πολλών αποσκευών μέχρι το κατάλυμα. Χωρίς να πνίγεται στη δουλειά, αλλά απολαμβάνοντας τον φρέντο του, δείχνει με το “καλημέρα” σας πόσο ανεπιθύμητοι είναι οι νεοφερμένοι. Φευ!

Η φυσική καλλονή μιας περιοχής μπορεί να μετριάσει τις αρνητικές εντυπώσεις, σαφώς. Όσο όμως κι αν μετριάζονται, δεν μπορούν ολότελα να αγνοηθούν. Στημένες παρουσιάσεις στον Τύπο, προκλητικά τυποποιημένες και πρόχειρες γεύσεις, ελλιπής καθαριότητα και συντήρηση, αδιάφοροι άνθρωποι με καλημέρες μέσα από τα δόντια. Πρυτανεύει η λογική “δεν με νοιάζει τι πιστεύεις γιατί δεν με ενδιαφέρει αν θα ξαναέρθεις”.

Αγέλαστα, με αγένεια και χωρίς ίχνος ευγνωμοσύνης και ταπεινότητας, τέτοιου τύπου ιδιοκτήτες θα συνεχίσουν να προσφέρουν τις “υπηρεσίες” τους στον ελληνικό τουρισμό. Και το χειρότερο είναι πως μέσα στην αλαζονεία τους, πιστεύουν πως κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Τα μαγευτικά ακρογιάλια και τα ειδυλλιακά ηλιοβασιλέματα δεν αρκούν. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης, ειδικά ο ξένος, δεν θα ανεχτεί συμπεριφορές που τον υποβιβάζουν μόνο και μόνο για να τα χαρεί. Και γιατί να το κάνει, άλλωστε, όταν παραμονεύουν στη… γωνία προορισμοί, όπως το Κάπρι, το Ποζιτάνο, η Μαγιόρκα, που τα συνδυάζουν όλα: μαγευτικά τοπία, οικονομικά πακέτα αλλά και εξυπηρέτηση που σκλαβώνει. Αυτό είναι το τρίπτυχο που αναζητά ο ταξιδιώτης, αλλά στην Ελλάδα της “βαριάς” τουριστικής βιομηχανίας κάποιοι… επικίνδυνοι δεν μπορούν ή απλώς, ακόμα χειρότερα, δεν θέλουν.