Από τις επικρίσεις, τους εξευτελισμούς και τα αρνητικά σχόλια μέχρι την ηρωοποίηση του παιδιού και το συνεχές πατρονάρισμα των δυνατοτήτων του, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Μήπως είναι καιρός να δούμε ψύχραιμα την τάση της εποχής μας που… καταδικάζει το παιδί να τα κάνει όλα τέλεια;

Από την Αγγελική Παναγοπούλου

Σχολείο, αθλητικές δραστηριότητες, κοινωνική δραστηριοποίηση από πολύ μικρή ηλικία, υποχρεώσεις και συνεχή “ορόσημα” που πρέπει να κατακτήσουν. Τα σύγχρονα παιδιά μπαίνουν στα γρανάζια της… ενήλικης ζωής από πολύ νωρίς. Και εμείς αφήνουμε ενίοτε το ρόλο του γονεά για να αναλάβουμε το ρόλο του εμψυχωτή! Μετατρεπόμαστε σε έναν προπονητή που πρέπει να κρατάει υψηλά το ηθικό του παιδιού με ανεξάντλητα “μπράβο!”, “ζήτω” και “κόλλα πέντε!”.

Το κάνουμε όλοι, αλλά τελικά μήπως το παρακάνουμε; Όλο και περισσότεροι παιδοψυχολόγοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου πως με τον συνεχή έπαινο (ακόμα και στην αποτυχία) δημιουργούμε τη λανθασμένη άποψη του παγοθραυστικού στο παιδί μας, ματαιώνουμε και υπονομεύουμε την προσπάθειά του να το κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά. Εξ ορισμού δεν μιλάμε για αρνητικά σχόλια ή επικρίσεις που καταρρακώνουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού, αλλά σε κάθε περίπτωση δίκαιη συμπεριφορά του γονιού απέναντι στο γεγονός. Το παιδί περιμένει από εμάς να είμαστε στοργικά δίκαιοι, μόνο έτσι στο μέλλον θα μας εμπιστευτεί τον κόσμο του. Ειδάλλως, θα ξέρει από πριν πως δεν είμαστε αντικειμενικοί μαζί του.

Ο ψυχισμός των παιδιών δεν πρέπει να μοιάζει με χαμαιλέοντα που παίρνει υπόσταση και χαρακτηρίζεται από το περιβάλλον του και τις συνθήκες. Δεν πρέπει να ενισχύουμε παιδιά-οδοστρωτήρες που πιστεύουν ότι μπορούν να σαρώσουν τα πάντα στο διάβα τους. Χτίζοντας και επικροτώντας τέτοιες συμπεριφορές είναι σαν να φτιάχνουμε έναν πύργο από τα ευτελέστατα υλικά. Οι προθέσεις είναι αγαθές, αλλά το αποτέλεσμα στην πρώτη… πολιορκία δεν θα μας δικαιώσει. Έρευνα του Columbia University, με επικεφαλής τις καθηγήτριες Mueller και Dweck, έδειξε πως τα παιδιά που μεγαλώνουν με την ψευδαίσθηση πως τα μπορούν όλα, δύσκολα διαλέγουν να ακολουθήσουν τη μη πεπατημένη, να πειραματιστούν. Και το πλέον σημαντικό, αυτά τα παιδιά στην πρώτη αποτυχία είναι τα πρώτα που τα παρατούν! Εκτός από την ψυχωτική ανάγκη για τελειότητα, λοιπόν, τους περνάμε το μήνυμα πως η ήττα είναι κάτι ανήκουστο και συνάμα ανεπίτρεπτο. Άθελά μας ματαιώνουμε την προσωπικότητά τους, εξοβελίζοντας από αυτή ένα αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Να εξερευνήσει, να… πάθει και να μάθει.

Ο υπέρμετρος θαυμασμός διδάσκει το παιδί πως αυτό ακριβώς πρέπει να εισπράττει από τους γύρω του. Όποιοι και αν είναι αυτοί, σε όποια περίσταση κι αν βρίσκεται. Και αυτό είναι κάτι που, με μαθηματική βεβαιότητα, δεν θα μπορεί να το απαιτήσει από αυτούς με τους οποίους θα συναναστραφεί στο μέλλον. Ένα φουσκωμένο Εγώ κρύβει μια χαμηλή αυτοεκτίμηση και, μοιραία, οδηγεί σε προβληματικές συναναστροφές με τους άλλους ανθρώπους και σταδιακή απομόνωση.

Η τακτική του “high-five” αδιακρίτως, σε κάθε δραστηριότητα, ακόμα και σε αυτές από τις οποίες το παιδί αντλεί πηγαία και αυθόρμητη χαρά ή είναι επιδέξιο χωρίς ιδιαίτερο κόπο, μακροπρόθεσμα κάνουν το παιδί να αμφισβητεί τα κίνητρα των γονιών του. Συνέπεια αυτού ακούγονται οι πρώτες ρωγμές στο ποτήρι της εμπιστοσύνης μεταξύ παιδιού και γονέα. Στην κριτική που μοιραία όλοι οι γονείς υφίστανται από τα παιδιά τους σε κάποια χρονική στιγμή, το παιδί μπορεί να αναγνώσει αυτή την υπέρμετρη προσπάθεια των γονιών του να πρωταγωνιστήσει ως την ενδόμυχη επιθυμία τους να γνωρίσουν την επιτυχία και οι ίδιοι. Να δουν την αντανάκλαση του εαυτού τους στην επιτυχία του παιδιού τους. Μήπως, όμως, αυτή η “ανάγνωση” τελικά δεν βρίσκεται μακριά από την αλήθεια;

Πηγές:

https://www.psychologytoday.com/us/blog/the-power-prime/200909/parenting-dont-praise-your-children

https://www.parentingscience.com/effects-of-praise.html