Του Νίκου Χαριτόπουλου

Τα χρόνια που περνούν σφραγίζουν τις αναμνήσεις μας. Και ανάλογα με το πόσο ονειροπόλοι είμαστε, πιάνουμε συχνά τον εαυτό μας να γυρνά με τη σκέψη σε “εκείνα τα χρόνια” της παιδικής μας ηλικίας. Η ρομαντική κοινοτοπία συνηθίζει να τα ονομάζει “χρόνια της αθωότητας”. Ακόμα και αν στις πραγματικές τους διαστάσεις δεν ήταν εύκολα, κάτι πάντα μέσα μας θα μας κάνει να γυρνάμε τους χρονοδείκτες πίσω.

Δεν αποτελεί βέβαια… καινοτομία της γενιάς μας. Κάθε γενιά που νιώθει πως μετέρχεται σιγά σιγά… στα μετόπισθεν, μένει με τη γλυκιά παρηγοριά της νοσταλγίας. Έτσι στολίζει με υπερθετικού βαθμού επίθετα τις δικές της εμπειρίες και τα δικά της επιτεύγματα, ακόμα κι αν τότε τα σνόμπαρε ή τα αγνοούσε. Και κάπως έτσι προκύπτουν βαρύγδουποι, μεγαλόστομοι αλλά πάντα συγκινητικοί τίτλοι όπως “τα καλύτερα καλοκαίρια της ζωής μας”, “αν έζησες τότε, ξέρεις τι θα πει να είσαι παιδί” κ.ο.κ.

Η αλήθεια είναι, όμως, πως τα χρόνια εκείνα ήταν ωραία όχι γιατί δεν είχαν σκοτούρες, αγωνίες ή δυσκολίες, αλλά γιατί εμείς είχαμε τα αθώα μάτια να τα υπερβαίνουμε όλα μέσα από την ελπίδα και την άγνοια κινδύνου.

Τα καλοκαίρια της δικής μας παιδικής αθωότητας, κάπου εκεί στην αλλαγή της σκυτάλης από το ΄80 στο ’90, μύριζαν ανθισμένα γιασεμιά και αγιοκλήματα, αλλά και ατελείωτα σφουγγαρισμένα πατώματα που απαιτούσαν να “πατήσεις στις μύτες των ποδιών” για να περάσεις μέσα. Ακόμα έρχεται στη μύτη η μυρωδιά του Coppertone, αλλά και το μπόλικο οξυζενέ σε ματωμένα γόνατα και γδαρμένα χέρια από το εφτάπετρο που παίζαμε μέχρι αργά στο δρόμο. Ακούραστο κυνηγητό, κρυφτό, “λάστιχο” μέχρι οι μητέρες να βγουν στις ανοιχτές (με τα κλειδιά από την έξω μεριά) πόρτες των σπιτιών ή να σηκωθούν από τα φερ φορζέ στα μπαλκόνια και να σημάνουν τη λήξη των… εχθροπραξιών.

Στο στόμα έρχεται ακόμα η γεύση από τα παγωτά Λάκι Καπ, Πατούσα, Μάγκνουμ και Κοκτέιλ, ή ένοχη απόλαυση της μπομπονέλα με γεύση Κόκα Κόλα, αλλά και το υποβρύχιο με γεύση φιστίκι που μας κερνούσε η κάθε θεία Τούλα, Κούλα, Βούλα (κομμένα τα ονόματα έμοιαζαν πιο… πρωτευουσιάνικα) όταν πηγαίναμε με τα καλά μας επίσκεψη στο γεμάτο σεμεδάκια σπίτι της.

Μπουγέλα με χάρτινες νερόμπομπες ή με το λάστιχο και… νυχτερινός υπαίθριος ύπνος σε ράντσα στην αυλή. Έξω από το σπίτι. Χωρίς να μας περνάει από το μυαλό ποιοι κίνδυνοι καραδοκούν. Κάθε μέρα η τηλεόραση έβγαινε κι αυτή βόλτα στην αυλή και εκεί όλοι, με τη σειρά, θα κουνούσαμε την αναξιόπιστη κεραία για να πάψει η οθόνη να κάνει “χιονάκια”. Καθισμένοι εκεί για να παρακολουθήσουμε “Τα μυστικά της Βαγίας”, τον “Κήπο με τα Αγάλματα”, το “Κάμπινγκ”.

Βόλτες στη θάλασσα στοιβαγμένοι 5, ακόμα και 6 ή 7, σε ένα LADA ή ένα Nissan Sunny. Χωρίς ζώνες, με χέρια και κεφάλια έξω από τα παράθυρα (μάλλον και η μοίρα χαιρόταν με την ανεμελιά μας και δεν μας κρατούσε… μανιάτικο αυτή την απερισκεψία). Στο κασετόφωνο το Καραπιπερίμ της Γλυκερίας, σε αστραπιαίες εναλλαγές με το “Απόψε λέω να κάνουμε ένα πάρτι”, το “Κρουαζιέρα θα σε πάω”, αλλά και τις Bangles, τις Bananarama και την Kylie Minogue.

Και έπειτα το ταξίδι για τις πολυήμερες διακοπές στο χωριό, στο βουνό ή στη θάλασσα. Ταξίδι αξημέρωτα για να μην μας πιάσει το μεσημέρι χωρίς κλιματισμό σε κακοχαραγμένες και άκρως επικίνδυνες διαδρομές. Πάντα οπλισμένοι, όμως, με ένα διάπλατο νυσταγμένο χαμόγελο, μια απροσδιόριστη προσμονή για όσα μας περιμένουν, αλλά και με ένα 36άρι φιλμ στην Kodak μας που παρά τις τόσες λίγες για τα σημερινά δεδομένα λήψεις της ήταν το… θησαυροφυλάκιο για όλες τις πολύτιμες αναμνήσεις μας.